Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

Ο Παλαιστινιακός λαός στο σταυροδρόμι

της Ingrid Jaradat Gassner

Τουλάχιστον 60 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν σ’ ένα κύμα αδελφοκτόνας βίας στη Λωρίδα της Γάζας από την αρχή του 2007. «Ήταν σουρεαλιστικό αλλά αποκαλυπτικό του πόσο μόνοι έμειναν οι Παλαιστίνιοι καθώς η ηγεσία τους ωθούνταν κατά τα φαινόμενα στην κατάρρευση και την αποτυχία, ενώ το Ισραήλ παρακολουθούσε από το περιθώριο», ο Sami Abdel-Shafi από τη Γάζα περιγράφει το κοινό αίσθημα των Παλαιστινίων στους οποίους «φαινόταν θλιβερά ξεκάθαρο ότι η ηθική αξιοπιστία του αγώνα τους φαλκιδεύονταν….»[1]. Έτσι η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς στην ιερή πόλη της Μέκκας στις 8 Φεβρουαρίου ενδεχομένως συνιστά την τελευταία ευκαιρία του παλαιστινιακού λαού για να ξανακερδίσει τη χαμένη ενότητα και δύναμή του. Η επιτυχία της Συμφωνίας της Μέκκας, ωστόσο, εξαρτάται από το αν η διεθνής κοινότητα είναι πρόθυμη τώρα να θέσει ένα τέλος στην απομόνωση του παλαιστινιακού λαού και να πιέσει το Ισραήλ να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ.

Το 2006 ένα νέο κεφάλαιο προστέθηκε στα τραγικά χρονικά του παλαιστινιακού λαού: η διεθνής κοινότητα κατέφερε μέσα σ’ ένα χρόνο αυτό που το Ισραήλ, ο βασικός καταπιεστής για 60 χρόνια, δεν είχε κατορθώσει. Ένας λαός που είχε παραμείνει ακλόνητος και είχε αντισταθεί στο ρατσιστικό εποικισμό του Ισραήλ, την κατοχή και τις βάρβαρες στρατιωτικές επιθέσεις εδώ και δεκαετίες, κατέρρευσε υπό το βάρος ενός καθεστώτος κυρώσεων το οποίο, για πρώτη φορά στην ιστορία, επιβλήθηκε σ’ ένα κατεχόμενο λαό. Εντούτοις οι κυρώσεις από μόνες τους δεν ήταν αρκετές: η απώλεια της ηγεσίας και οι αδελφοκτόνες συγκρούσεις ίσως να είχαν αποφευχθεί εάν έλλειπε η ανοιχτή ενθάρρυνση της ηττημένης των εκλογών Φατάχ από ορισμένους, κυρίως τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, να ανατρέψει διά της βίας το αποτέλεσμα των δημοκρατικών εκλογών στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Σύμφωνα τόσο με παλαιστινιακές όσο και ισραηλινές δημοσιογραφικές αναφορές, φορτηγά γεμάτα με ντουφέκια, πολυβόλα και πυρομαχικά μπήκαν στη Γάζα από το Ισραήλ από τον Οκτώβρη και δεν πήγαν όλα αυτά τα όπλα μόνο στην Προεδρική Φρουρά. Πολλά πουλήθηκαν στον υψηλότερο πλειοδότη.[2] Υπό τον ευφημισμό της «ισχυροποίησης του προέδρου Αμπάς και της Προεδρικής Φρουράς», ο αμερικανός πρόεδρος Μπους ανακοίνωσε τον Ιανουάριο ότι 86 εκατομμύρια δολάρια θα μεταφέρονταν για το σκοπό αυτό στο άμεσο μέλλον. Όλα αυτά προκάλεσαν πικρία στη Γάζα.

Ύστερα από μία σειρά βραχυπρόθεσμων εκεχειριών και άκαρπων συνομιλιών μεταξύ Φατάχ και Χαμάς σε κοσμικές περιοχές όπως η Γάζα, η Ραμάλα, το Κάιρο και η Δαμασκός, η ιερή πόλη της Μέκκας αποτέλεσε το τελευταίο καταφύγιο της παλαιστινιακής ηγεσίας για να αντιστρέψει την κατάρρευση. Το πνευματικό βάρος της τοποθεσίας ήταν βολικό και σε συμφωνία με μια μακρά παράδοση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή, μια φόρμουλα «εποικοδομητικής-αμφισημίας» βρέθηκε για τη Φατάχ και τη Χαμάς προκειμένου να ανακοινώσουν από τη Μέκκα ότι η παλαιστινιακή ενότητα τελικά επανακτήθηκε.

Για την ώρα, η εύθραυστη Συμφωνία της Μέκκας αποκατέστησε μια αίσθηση κατεύθυνσης και ελπίδας στον παλαιστινιακό λαό. Η Συμφωνία επαναβεβαιώνει το διάλογο ως το μοναδικό μέσο της επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ των Παλαιστινίων, προβλέπει ένα μηχανισμό δημιουργίας μιας νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας της Παλαιστινιακής Αρχής, παραθέτει ιδέες για την αναμόρφωση και την ενεργοποίηση της ΟΑΠ, και ορίζει τον Παλαιστίνιο πρόεδρο να διεξάγει τις πολιτικές διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ. Αλλά θα κρατήσει η συμφωνία; Θα εφαρμοστεί; Θα τερματίσει την απομόνωση, θα επαναφέρει το σεβασμό και θα αποκαταστήσει την οικονομική και πολιτική ποιότητα ζωής του παλαιστινιακού λαού; Τι είδους νέα Παλαιστινιακή Αρχή και ΟΑΠ θα προκύψει; Θα αποκατασταθεί εκ νέου ο παλαιστινιακός λαός ως πολιτικός παράγοντας; Όλα αυτά τα ερωτήματα μένει να απαντηθούν και οι απαντήσεις θα καθορίσουν τη μοίρα της παλαιστινιακής ενότητας, του αγώνα και της ηγεσίας μακροπρόθεσμα.

Μέχρι στιγμής, ένα πράγμα φαίνεται ξεκάθαρο: οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να υπολογίζουν στην υποστήριξη των κρατών της διεθνούς κοινότητας για το δύσκολο μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά τους. Αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες, κυρίως οι ΗΠΑ και η Ε.Ε., που υποδαύλισαν την κατάρρευση της παλαιστινιακής πολιτικής, του νόμου και της τάξης πρωταρχικά, φαίνονται αποφασισμένοι να ακολουθήσουν την πολιτική αφανισμού του παλαιστινιακού λαού. Η λεγόμενη αισιοδοξία και η δέσμευση στον «στόχο ενός παλαιστινιακού κράτους που θα υπάρχει δίπλα και εν ειρήνη με το Ισραήλ» εύκολα αποκαλύπτεται ως διπλή γλώσσα. Μία ανακοίνωση του Κουαρτέτου (ΗΠΑ, Ε.Ε., Ρωσία, ΟΗΕ) που εκδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2007, λίγο πριν την παλαιστινιακή συνάντηση στη Μέκκα, εξακολουθεί να ζητάει την παλαιστινιακή ενότητα συσπειρωμένη με μια κυβέρνηση «δεσμευμένη στη μη-βία, την αναγνώριση του Ισραήλ και την αποδοχή των προηγούμενων συμφωνιών και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένου του Οδικού Χάρτη», ενώ παραμένει σιωπηλή σχετικά με τις κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των ψηφισμάτων του ΟΗΕ από το Ισραήλ. Ζήτησε επίσης από τον Προσωρινό Διεθνή Μηχανισμό (ΠΔΜ) –τον ειδικό μηχανισμό που δημιουργήθηκε από το καθεστώς κυρώσεων για τη διοχέτευση των διεθνών πόρων προς τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη παρακάμπτοντας την εκλεγμένη κυβέρνηση – «να αναπτυχθεί περαιτέρω για να υποστηρίξει την πολιτική διαδικασία». Το έπραξε αυτό υποτιμώντας σκανδαλωδώς την επαγγελματική άποψη και τις μελέτες που καταδεικνύουν ότι η ΠΔΜ είναι άχρηστη,[3] αναποτελεσματική, διασπαστική και καταστρέφει τα υπολείμματα των παλαιστινιακών κυβερνητικών φορέων που οικοδομήθηκε στη βάση της διεθνούς βοήθειας κατά το παρελθόν. Το Κουαρτέτο «καλωσόρισε» επιπλέον τον εξοπλισμό της Προεδρικής Φρουράς από τις ΗΠΑ ως «προσπάθεια αναμόρφωσης του παλαιστινιακού τομέα ασφάλειας και επομένως αρωγής για τη βελτίωση του νόμου και της τάξης για τον παλαιστινιακό λαό».

--------------

[…] επιμένουμε ότι [ο Προσωρινός Διεθνής Μηχανισμός] πρέπει να είναι προσωρινός και εάν

Παραταθεί πέραν του τρέχοντος έτους υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η Παλαιστινιακή Αρχή μοιραία να υποτιμηθεί. Αυτό θα οπισθοχωρούσε όχι μόνο την εφαρμογή του δικαιώματος των Παλαιστινίων να αυτοκυβερνηθούν στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αλλά επίσης και την προοπτικής της ειρήνης.[4]

--------------

Καθόλου απροσδόκητα, το Ισραήλ ξεκίνησε μια παγκόσμια εκστρατεία πίεσης ενάντια στους όρους της Συμφωνίας της Παλαιστινιακής Ενότητας και είναι αποφασισμένο να «απαιτήσεις απαντήσεις από τον παλαιστίνιο πρόεδρο Αμπάς» στην τριμερή συνάντηση με την αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών Ράις την επόμενη εβδομάδα. Αν και ο πρόεδρος της Ρωσίας, Πούτιν, έχει εκφραστεί ξεκάθαρα υπέρ της ανάγκης τερματισμού του καθεστώτος κυρώσεων, η αδιαλλαξία του Ισραήλ και της κυβέρνησης των ΗΠΑ καθιστούν απίθανο ότι μια εποικοδομητική διεθνή σχέση με τη νέα Παλαιστινιακή Αρχή θα αντικαταστήσει σύντομα την παραδοσιακή επίσημη θέση του Κουαρτέτου.

Το Κουαρτέτο έχει προγραμματιστεί να συναντηθεί πάλι στις 21 Φεβρουαρίου για να εκδώσει την πρώτη επίσημη απάντηση στην πρόκληση που έθεσε η Συμφωνία της Μέκκας, η οποία – με την ευρεία στήριξη των αραβικών καθεστώτων – έχει επαναβεβαίωσε τη Χαμάς ως πολιτικό παίκτη στη Μέση Ανατολή και περιλαμβάνει σχετική – αν και υποκρυπτόμενη- αποδοχή των όρων του Κουαρτέτου.

Μία τύποις κατηγορηματική δέσμευση στη μη-βία και την αναγνώριση του Ισραήλ, η Συμφωνία της Μέκκας ορίζει τον εκλεγμένο παλαιστίνιο πρωθυπουργό Χανίγιε να σχηματίσει και να ηγηθεί της νέας παλαιστινιακής κυβέρνησης ενότητας, η οποία «θα υπηρετήσει τα συμφέροντα του παλαιστινιακού λαού, τα δικαιώματά του, θα διαφυλάξει τις κατακτήσεις του και θα τις αναπτύξει και θα εργαστεί ώστε να πετύχει τους εθνικούς του στόχους όπως ορίζονται από το Εθνικό Συμβούλιο της ΟΑΠ […] και θα σεβαστεί τα αραβικά και διεθνή ψηφίσματα και συμφωνίες που απογράφηκαν από την ΟΑΠ».[5]

Η ελπίδα για τους Παλαιστινίους μάλλον στηρίζεται στην κλιμακούμενη καμπάνια της παγκόσμιας κοινωνίας πολιτών για μποϊκοτάζ, απόσυρση επενδύσεων και κυρώσεις (BDS) εις βάρος του Ισραήλ, και στις ρωγμές που έχουν αρχίσει να εμφανίζονται καθώς το πολιτικό, οικονομικό και ανθρώπινο κόστος του καθεστώτος διεθνών κυρώσεων προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στις ευρωπαϊκές και άλλες πρωτεύουσες. Η Νότιος Αφρική έχει απευθύνει έκκληση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε. να άρουν τις οικονομικές κυρώσεις εις βάρος της Παλαιστινιακής Αρχής. Η Διεθνής Αναπτυξιακή Επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου, επιπλέον, συνιστά εκ βάθρων αλλαγή στη στρατηγική προσέγγιση τόσο της Παλαιστινιακής Αρχής όσο και του Ισραήλ:

Σε άλλες περιπτώσεις έχουν βρεθεί τρόποι ώστε να συνομιλούν εκπρόσωποι της Βρετανίας με εκείνους που έχουμε βαθιές και δικαιολογημένες διαφωνίες επειδή μιλάμε μαζί τους με την ιδιότητά τους ως εκλεγμένων εκπροσώπων, όχι με την ιδιότητά τους ως εκπροσώπων ενός συγκεκριμένου κόμματος ή οργάνωσης. Η εύρεση τρόπων ώστε να επιτευχθεί αυτό [με την Παλαιστινιακή Αρχή] δεν σημαίνει την υποχώρηση της επιμονής της διεθνούς κοινότητας ότι το Ισραήλ έχει το ανεπιφύλακτο δικαίωμα στην αναγνώριση και στην ασφάλεια μέσα σε νόμιμα σύνορα ούτε ταυτόχρονα η συνομιλία μας με την κυβέρνηση του Ισραήλ σημαίνει ότι προσυπογράφουμε τη συνεχιζόμενη κατοχή της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, της Δυτικής Όχθης και της Γάζας.

Η βρετανική κοινοβουλευτική επιτροπή καταλήγει ότι η προσέγγιση της εποικοδομητικής σχέσης με το Ισραήλ δεν απέδωσε καρπούς και θα πρέπει να αντικατασταθεί από την αυξημένη πίεση προς το Ισραήλ να σταματήσει την επέκταση των εποικισμών, να κατεδαφίσει το Τείχος και να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του από τις προηγούμενες συμφωνίες, τη γνωμοδοτική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή συνιστά

Η Βρετανία να πιέσει άμεσα την Ε.Ε. να χρησιμοποιήσει τη Συμφωνία Σύνδεσης με το Ισραήλ ως μοχλό για αλλαγή και να αναλογιστεί το ενδεχόμενο να αναστείλει τη Συμφωνία μέχρις ότου υπάρξουν περαιτέρω βελτιώσεις στους διακανονισμούς πρόσβασης.[6]

-----------------

Η Ingrid Jaradat Gassner είναι διευθύντρια του Ερευνητικού Κέντρου για την Παλαιστινιακή Αρμοστεία και τα Δικαιώματα των Προσφύγων BADIL, Βηθλεέμ, Παλαιστίνη: info@badil.org


[1] Sami Abdel-Shafi, Πόλη της Γάζας, “Μας προκαλούν ασφυξία” The Guardian, 10 Φεβρουαρίου 2007

[2] Βλέπε: Ali Abunimah, “Ο κατ’ εξουσιοδότηση αμερικανικός πόλεμος στη Γάζα”, Electronic Intifada, 3 Φεβρουαρίου 2007; Amira Hass, “Αυξανόμενη πικρία στη Γάζα ”, Haaretz, 9 Φεβρουαρίου 2007.

[3] “Εκατομμύρια Βοήθειας της ΕΕ που προορίζονταν για τους Παλαιστινίους καταβάλλονται σε τραπεζικές χρεώσεις – Περισσότερα από ένα εκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκής οικονομικής βοήθειας για τους Παλαιστινίους καταβάλλεται στην τράπεζα HSBC κάθε μήνα, αποκαλύφθηκε χθες, καθώς τα πρακτορεία κατηγόρησαν τις αρχές στις Βρυξέλλες για ένα «φιάσκο ανθρωπιστικής βοήθειας». Η Oxfam δήλωσε ότι προσπάθειες της Ευρώπης να παρακάμψει την Παλαιστινιακή Αρχή της είχαν κοστίσει πέρυσι 3 εκατομμύρια ευρώ σε τραπεζικές χρεώσεις – και ότι η HSBC είχε απολάβει χρήματα εισπράττοντας τέλη για τη μεταφορά επιδομάτων σε περισσότερους από 140.000 Παλαιστίνιους εργαζόμενους και χαμηλόμισθους». Βλέπε:

http://news.independent.co.uk/world/middle_east/article2245124.ece

[4] Από: Επιτροπή Διεθνούς Ανάπτυξης της Βουλής των Κοινοτήτων, «Αναπτυξιακή Βοήθεια και τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη», Τέταρτη Αναφορά της Συνόδου 2006-07, 31 Ιανουαρίου 2007, Τόμος 1; www.parliament.uk/indcom

[5] http://www.khaleejtimes.com/DisplayArticle.asp?xfile=data/middleeast/2007/February/middleeast_February141.xml&section=middleeast

[6] Βλέπε: Επιτροπή Διεθνούς Ανάπτυξης της Βουλής των Κοινοτήτων, «Αναπτυξιακή Βοήθεια και τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη», Τέταρτη Αναφορά της Συνόδου 2006-07, 31 Ιανουαρίου 2007, Τόμος 1.

Δεν υπάρχουν σχόλια: