Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

«Ανάπτυξη ή Ομαλοποίηση;»

Αποσπάσματα από την έκθεση με τίτλο «Ανάπτυξη ή Ομαλοποίηση;» του Stop the Wall.

Η κυβέρνηση Φαγιάντ εφαρμόζει αυτή τη στιγμή προτάσεις για την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Δυτικής Όχθης που έχουν παραχθεί σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα, το Βρετανικό Παράρτημα Διεθνούς Ανάπτυξης (DFID) και διεθνείς αναπτυξιακές υπηρεσίες. Αυτά τα προγράμματα βασίζονται σε μια προσέγγιση ανάπτυξης που ενσωματώνει την ισραηλινή κατοχή και ως τέτοια δεν είναι βιώσιμα και επιπλέον ζημιώνουν τον παλαιστινιακό λαό. Δεδομένου ότι αυτή η προσέγγιση κατευθύνει την ανάπτυξη της Δυτικής Όχθης, θα διαμορφώσει αναμφίβολα και την πορεία της Συνόδου Επενδύσεων της Παλαιστίνης (PIC). Βοηθάει επίσης να εξηγηθεί η παρουσία των διοικητών και των ειδικευμένων τεχνικών της Παγκόσμιας Τράπεζας στην ίδια τη σύνοδο, καθώς και την απόφαση του DFID να την επιχορηγήσει.

Τα ιδρύματα στη σύνοδο, δηλαδή το DFID και η Παγκόσμια Τράπεζα, ενεργούν ως ντε φάκτο «σκιώδης κυβέρνηση» στη Δυτική Όχθη, υπαγορεύοντας το αναπτυξιακό πρόγραμμα της κυβέρνησης του Σαλάμ Φαγιάντ. Αυτό είναι πασιφανές, ιδιαίτερα στην έκθεση προόδου για το Παλαιστινιακό Σχέδιο Μεταρρύθμισης και Ανάπτυξης 2008-2010 (PRDP), όπου η κυβέρνηση Φαγιάντ αποδέχθηκε εγκάρδια την αναπτυξιακή προσέγγιση του DFID και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Εκτός από την έναρξη μιας «πολιτικής λιτότητας» και μιας μεταρρύθμισης στην «ασφάλεια», ο πιο χειροπιαστός δείκτης αυτού είναι τα κοινά ισραηλινό-παλαιστινιακά προγράμματα, για την επιβολή των οποίων στη Δυτική Όχθη εργάζονται η Παγκόσμια Τράπεζα και το DFID. Υπάρχουν τρεις ειδικές περιοχές ανησυχίας:

  • Η Παγκόσμια Τράπεζα, το DFID και η κυβέρνηση Φαγιάντ αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη ως ένα σχέδιο που μπορεί να συνυπάρχει, να ενσωματώνει ή στο ελάχιστο να συνεργάζεται με την ισραηλινή κατοχή. Αυτό εξυπηρετεί την ισχυροποίηση, τη νομιμοποίηση και τη θεσμοθέτηση της παρουσίας της ισραηλινής κατοχής στη Δυτική Όχθη.
  • Την ίδια στιγμή, αυτή η αναπτυξιακή προσέγγιση πρέπει να βρει τρόπους ώστε η παλαιστινιακή οικονομία να λειτουργεί υπό κατοχή, υποβιβάζοντάς την έτσι σε θέση υποδούλωσης και εξάρτησης. Σ’ αυτό το πλαίσιο διαρκής και επιτυχημένη ανάπτυξη δεν είναι εφικτή.
  • Η πιο εμφανής επίδειξη αυτής της αναπτυξιακής στρατηγικής είναι τα προτεινόμενα κοινά προγράμματα. Αυτά τα προγράμματα δεν προάγουν τη συνεργασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά μάλλον συντηρούν τον ισραηλινό έλεγχο της παλαιστινιακής ανάπτυξης.

Η Παγκόσμια Τράπεζα

Ένα παράδειγμα, μεταξύ άλλων πολλών, είναι η πρόταση της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη διευκόλυνση της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών διά μέσω τσεκπόιντ εγκατεστημένων κατά μήκος του Τείχους του Απαρτχάιντ. Παρά την παράνομη φύση και την μη ολοκλήρωση επί του παρόντος του Τείχους Απαρτχάιντ, η μονιμότητά του αντιμετωπίζεται ως ένα fait accompli (τετελεσμένο) μέτρο ασφάλειας, ωθώντας την Τράπεζα να δηλώσει «Μόλις ολοκληρωθεί το Τείχος, κάθε εμπορική συναλλαγή με και δια μέσω του Ισραήλ θα πρέπει να διακινείται μέσω αυτών [των εμπορικών τσεκπόιντ]». Σύμφωνα με την Τράπεζα, οι εργασίες αυτών των τσεκπόιντ μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικές αναβαθμίζοντας «τα υπάρχοντα συνοριακά περάσματα […] ώστε να επιτρέπεται για τη ροή των φορτίων που απαιτείται να γίνεται σωστή χρήση της νέας τεχνολογίας». Αυτή η πρόταση εκ των πραγμάτων ισχυροποιεί την ισραηλινή κατοχή εις βάρος του παλαιστινιακού πληθυσμού μέσω διεθνών επενδύσεων.

Η Τράπεζα έχει επίσης παράσχει προτάσεις για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Η διακίνηση ανθρώπων και αγαθών ανάμεσα στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας θα διενεργείται από «απομονωμένα κομβόι» που θα ελέγχει το Ισραήλ, που θα μονιμοποιηθούν για να χαράξουν δρομολόγια και θα παρακολουθούνται από ιδιωτικές ισραηλινές εταιρείες ασφάλειας. Αυτά τα σχέδια επιτρέπουν στο ισραηλινό κράτος να διατηρεί πλήρη έλεγχο στην παλαιστινιακή κίνηση, δημιουργώντας ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα απαρτχάιντ μεταμφιεσμένο ως αναπτυξιακή πρόοδος.

Ένα τελευταίο παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στις προτάσεις στον ενεργειακό τομέα για τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Η Παγκόσμια Τράπεζα σημειώνει ότι η Δυτική Όχθη εξαρτάται «σχεδόν ολοκληρωτικά» από την Ισραηλινή Ηλεκτρική Εταιρεία (IEC), που προμηθεύει την πλειονότητα της ισχύος μέσω τριών υποσταθμών εγκατεστημένων στον εποικισμό Άριελ, στον βιομηχανικό εποικισμό Αταρότ και στην περιοχή C κοντά στη Χεβρώνα. Όλα τα αναπτυξιακά προγράμματα της Τράπεζας για την ηλεκτροδότηση της Δυτικής Όχθης προϋποθέτουν τη μακρόχρονη ύπαρξη των υποδομών που είναι εγκατεστημένοι στους εποικισμούς. Σε κάθε σενάριο ηλεκτροδότησης που προτείνεται από την Τράπεζα, η IEC εξακολουθεί να παρέχει το κύριο μέρος της ηλεκτροδότησης στη Δυτική Όχθη. Ενσωματώνοντας τους εποικισμούς στα μελλοντικά αναπτυξιακά προγράμματα, η Τράπεζα αγνοεί τόσο την παράνομη φύση τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο όσο και την καταστροφική τους επίδραση στην οικονομία της Δυτικής Όχθης.

Η Παγκόσμια Τράπεζα εφευρίσκει επίσης τρόπους να προετοιμάσει την παλαιστινιακή οικονομία να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά σε ρόλο υποτέλειας. Οι προτάσεις στον ενεργειακό τομέα θα αποτελέσουν ως πρωταρχικό παράδειγμα. Η Τράπεζα προτείνει η Θαλάσσια Ζώνη Γάζας, μια μεγάλη ανεκμετάλλευτη προμήθεια φυσικού αερίου, να αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συνδεθεί με το Ασκελόν και να προμηθεύει το ισραηλινό δίκτυο. Το πλάνο όχι μόνο συνδέει το Ισραήλ με μια σημαντική πηγή καυσίμου, αλλά επίσης παραδίδει στη δύναμη κατοχής τον έλεγχο των προμηθειών καυσίμου στη Γάζα. Η Τράπεζα δίνει επίσης κομβικό ισραηλινό ρόλο στη μεταφορά του ηλεκτρισμού ανάμεσα στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, όπου το Ισραήλ θα λειτουργεί ως διαμεσολαβητής, αγοράζοντας ηλεκτρισμό από τη Γάζα και πουλώντας τον στη Δυτική Όχθη. Το γεγονός ότι αυτά τα προγράμματα ωφελούν την ισραηλινή οικονομία είναι δευτερεύον, το βασικό είναι ότι διατηρείται ο ισραηλινός έλεγχος πάνω σε κομβικούς παλαιστινιακούς φυσικούς πόρους.

Βρετανικό Παράρτημα Διεθνούς Ανάπτυξης (DFID)

Αν και οι προτάσεις του DFID αναγνωρίζουν την κεντρική θέση της κατοχής στην καθυστέρηση της οικονομικής ανάπτυξης, δηλώνεται ότι «η κλασική αναπτυξιακή βοήθεια υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι προβληματική». Έτσι ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να προσαρτά εδάφη και να επεκτείνει τους εποικισμούς του, το πρόγραμμα του DFID προβλέπει την τήρηση από πλευράς της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής των δεσμεύσεών της σε μια 14ετή αποτυχημένη ειρηνευτική διαδικασία.

Επιπλέον, το DFID θεωρεί τους Ισραηλινούς ως αναπτυξιακούς συνεργάτες, με στόχο τη δημιουργία μιας «εθελοντικής Ισραηλινό-Παλαιστινιακής Ομάδας Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα που θα φέρει κοντά επιχειρηματίες και από τις δύο πλευρές για να βρουν τρόπους προώθησης της επιχειρηματικότητας». Όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, και το DFID προτείνει την από κοινού συνεργασία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι καμία ισότιμη συνεργασία δεν είναι εφικτή στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα υπό καθεστώς κατοχής.

Το DFID βρίσκει επίσης τρόπους να προετοιμάσει την παλαιστινιακή οικονομία να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά σε ρόλο υποτελούς. Για το DFID οι επενδύσεις και η ανάπτυξη μπορούν να λειτουργήσουν μόνο σε ένα ασφαλές, διάφανο περιβάλλον που θα επιβλέπει μία παθητική Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή. Συνεπώς, ενώ η Παλαιστινιακή Αρχή θα πρέπει να καταπνίγει την αντίσταση με τη δικαιολογία της επιβολής «του νόμου και της τάξης», οι ισραηλινές κατοχικές δυνάμεις θα συνεχίζουν να επιτίθενται στον παλαιστινιακό πληθυσμό. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις στην ασφάλεια σχεδιάζονται για μια περαιτέρω συνεργασία με το ισραηλινό κράτος μαζί με άλλα αντιλαϊκά, μη ρεαλιστικά μέτρα, όπως η δυνατότητα «εισαγωγής ρευστού με τη μορφή της αποζημίωσης και του πακέτου επίλυσης για τους πρόσφυγες».

Η κυβέρνηση Φαγιάντ

Η κυβέρνηση Φαγιάντ είναι ο τέλειος συνεργάτης για την Παγκόσμια Τράπεζα και το DFID. Το Παλαιστινιακό Σχέδιο Μεταρρύθμισης και Ανάπτυξης 2008-2010 (PRDP) θέτει σε εφαρμογή σχεδόν όλες τις συστάσεις αναθεώρησης και πολλές βρίσκονται ήδη στο αρχικό στάδιο εφαρμογής. Επιπλέον, η αναπτυξιακή προσέγγιση που υιοθετούν τα διεθνή ινστιτούτα, δηλαδή η συνεργασία με την ισραηλινή κατοχή, είναι δομικό στοιχείο του PRDP.

Από την άλλη πλευρά, οι τωρινές υποδομές που αναπτύχθηκαν σε συνεργασία με τις κύριες χώρες-δωρητές και τα διεθνή ινστιτούτα, έχουν δημιουργήσει πέντε διαφορετικές «ομάδες εργασίας ανά κλάδο». Σε κάθε μία από αυτές θα προεδρεύει ένα διεθνές ίδρυμα ή εθνική αναπτυξιακή υπηρεσία μαζί με ένα υπουργείο της Παλαιστινιακής Αρχής. Αυτές οι ομάδες θα είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή και την παρακολούθηση καθώς και για τις αποφάσεις διαχείρισης του προϋπολογισμού. Αυτή η οργανωτική δομή δημιουργεί μια παράνομη σκιώδη κυβέρνηση, ζευγαρωμένη με μια μη εκλεγμένη κυβέρνηση, εξαλείφοντας κάθε δυνατότητα ανεξάρτητης λήψης αποφάσεων.

Η κυβέρνηση Φαγιάντ εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις που προτείνουν τα διεθνή ιδρύματα, που όχι μόνο αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν την ισραηλινή κατοχή, αλλά και της επιτρέπουν να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά.

Σύμφωνα με τον Φαγιάντ: «η σταθεροποίηση και η εκ νέου οικοδόμηση της εμπιστοσύνης είναι οι κύριες προτεραιότητές μας το 2008 και έχουμε ήδη ξεκινήσει ένα περιεκτικό πρόγραμμα αστικών και στην ασφάλεια κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων». Αυτές οι μεταρρυθμίσεις στην ασφάλεια έχουν διαδραματίσει καίριο ρόλο στη δημιουργία μιας νέας δύναμης ασφαλείας με τη στήριξη των ΗΠΑ και του Σιν Μπετ που, μακράν του να υπηρετεί τον παλαιστινιακό λαό, θα υπηρετεί την κατάπνιξη των φωνών που θα αντιτίθενται στις πολιτικές ομαλοποίησης που ακολουθεί ο Φαγιάντ. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Φαγιάντ έχουν ήδη εμπλακεί σε επίθεση εναντίον παλαιστινιακών διαδηλωτών, καθώς και σε απαγωγές και βασανιστήρια εις βάρος φερόμενων ως μελών της Χαμάς.

Η κυβέρνηση Φαγιάντ εφαρμόζει επίσης τα κοινά αναπτυξιακά προγράμματα που προτείνουν αυτά τα ινστιτούτα. Το PRDP της κυβέρνησης «πρότεινε την εγκαθίδρυση μιας σειράς βιομηχανικών εγκαταστάσεων στις συνοριακές περιοχές ανάμεσα στη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ». Σύμφωνα με αυτά τα σχέδια, οι Παλαιστίνιοι παραμένουν εξαρτημένοι από τη δύναμη κατοχής για τη ζωή τους. Μια σειρά των προγραμμάτων αυτών θα λειτουργήσουν σε περιοχές ελεγχόμενες από το Ισραήλ, όπως η Κοιλάδα του Ιορδάνη ή η λεγόμενη ζώνη συγκόλλησης (seam). Η ανάπτυξη σ’ αυτές τις περιοχές όχι μόνο νομιμοποιεί τον ισραηλινό έλεγχο των εδαφών, αλλά και διασφαλίζει ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν ελάχιστα εργασιακά δικαιώματα. Εκ των πραγμάτων θα δημιουργήσουν υπαμειβόμενους, ανασφαλείς και ανειδίκευτους χώρους εργασίας που τελικά δεν θα προωθήσουν την παλαιστινιακή οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον αυτά τα προγράμματα βασίζονται στο Ισραήλ που θα διανέμει άδειες στους Παλαιστινίους για να εργαστούν, να ταξιδέψουν ή ακόμα και να επενδύσουν, διατηρώντας τη συνέχιση του ισραηλινού ελέγχου.

Συμπεράσματα και επιπτώσεις στην ανάπτυξη

  • Αυτά τα τρία σώματα αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν την καθολικότητα της ισραηλινής κατοχής ως ένα σχέδιο κλοπής γης, εποικισμού και εθνοκάθαρσης. Αποτυγχάνουν να κατανοήσουν τον κεντρικό ρόλο αυτού του σχεδίου σε όλους τους τομείς της παλαιστινιακής ζωής, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας, που υποβαθμίζει τη δυνατότητα σύλληψης νομιμοποιημένων αναπτυξιακών σχεδίων.
  • Το συνολικό πλαίσιο των προγραμμάτων που προωθούν αυτά τα τρία σώματα βοηθάει την ισχυροποίηση ενός καθεστώτος απαρτχάιντ που έχει εγκαθιδρύσει το Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα.
  • Τα σχέδια που καθορίζονται απ’ αυτές τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν είναι ούτε βιώσιμα ούτε ωφέλημα για τον παλαιστινιακό λαό. Οι προτάσεις που κατά πάσα πιθανότητα θα υποβληθούν στην Επενδυτική Παλαιστινιακή Σύνοδο θα διαπνέονται από την ίδια σύλληψη και συνεπώς θα οδηγηθούν στην ίδια αποτυχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: