Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Η fitna* των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή

(*fitna: αραβική λέξη που σημαίνει ανταρσία και διχασμός μέσα στους κόλπους του Ισλάμ)

Ο βραβευμένος με Πούλιντζερ αμερικανός δημοσιογράφος-ερευνητής Σέιμουρ Χερς δημοσίευσε το Μάρτιο του 2007 στον New Yorker ένα δωδεκασέλιδο άρθρο με τίτλο «Η Αναδιάταξη: Οφελεί τους εχθρούς μας η νέα πολιτική της κυβέρνησης στον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία;». Χρησιμοποιώντας πλήθος πηγών και μαρτυριών εξεχόντων στελεχών της αμερικανικής μηχανής, συνθέτει το ερεβώδες τοπίο της νέας πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Ακολουθεί μία σύνοψη των πιο σημαντικών στοιχείων της ανάλυσης αυτής.

Για το πρωτότυπο άρθρο στο newyorker πατήστε εδώ http://www.newyorker.com/reporting/2007/03/05/070305fa_fact_hersh

Με τον όρο «Αναδιάταξη» ο Χερς εννοεί μια στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, κομβικό στοιχείο της οποίας είναι η υποκίνηση διχασμού μεταξύ Σουνιτών και Σιτών μουσουλμάνων.

Για την καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων παραθέτουμε ένα συνοπτικό θρησκευτικό χάρτη. Αυτή τη στιγμή σιτική πλειοψηφία υπάρχει σε: Ιράν, Χεζμπολάχ του Λιβάνου, πρωθυπουργός Μαλίκι του Ιράκ και αντάρτικό κίνημα του Μοκντάντα Αλ-Σαντρ επίσης στο Ιράκ. Σουνιτική πλειοψηφία συναντάμε σε: Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Αίγυπτο, Συρία, ορισμένα αντάρτικα κινήματα του Ιράκ, και τέλος και στην Αλ Κάιντα.

Σίτες-Σουνίτες

Ο διχασμός μεταξύ Σιτών-Σουνιτών χρονολογείται από το 17ο αιώνα, σχετικά με το ποιος θα διαδεχθεί τον προφήτη Μωάμεθ. Οι Σίτες θεωρούνταν πιο περιθωριακοί και οι Σουνίτες ήταν παραδοσιακά κυρίαρχοι στο μεσαιωνικό χαλιφάτο και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Παγκοσμίως, το 90% των Μουσουλμάνων είναι Σουνίτες, αλλά οι Σίτες είναι η πλειοψηφία στο Ιράν, το Ιράκ και το Μπαχρέιν, επίσης είναι η μεγαλύτερη μουσουλμανική ομάδα στον Λίβανο. Η συγκέντρωσή τους σε μια ρευστή, πλούσια σε πετρέλαια περιοχή έκανε τη Δύση και μέρος των Σουνιτών να φοβούνται την άνοδο ενός «Σιτικού άξονα», ειδικά εξαιτίας του αυξημένου γεωπολιτικού βάρους του Ιράν.

Πέρυσι η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ συμφώνησαν στα ακόλουθα:

Πρώτον, θα διασφαλιστεί η ύψιστη σπουδαιότητα της ασφάλειας του Ισραήλ και η κοινή ανησυχία για το Ιράν.

Δεύτερον, οι Σαουδάραβες θα πιέσουν τη Χαμάς να περιορίσει τις επιθέσεις της εναντίον του Ισραήλ και να ξεκινήσει σοβαρές συνομιλίες για τη μοιρασιά της ηγεσίας με τη Φατάχ (το Φεβρουάριο υπογράφηκε η συμφωνία της Μέκκας).

Τρίτον, οι ΗΠΑ θα εργαστούν απευθείας με τα σουνιτικά έθνη για να περιοριστεί η σιτική άνοδος στην περιοχή.

Τέταρτον, η Σαουδική Αραβία, με την έγκριση των ΗΠΑ, θα παράσχει χρήματα και διοικητική βοήθεια για να αποδυναμωθεί η κυβέρνηση του Μπασίρ Άσαντ στη Συρία.

Ιράν

Βασικός στόχος της πολιτικής των ΗΠΑ είναι η καταστολή της επιρροής του Ιράν που αναδεικνύεται σε σημαντική περιφεριακή δύναμη στην περιοχή. Για να υπονομεύσει το Ιράν, που είναι κυρίαρχα σιτικό, η κυβέρνηση Μπους έχει αποφασίσει ουσιαστικά να αναδιατάξει τις προτεραιότητές της στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ έλαβαν μέρος σε μυστικές επιχειρήσεις με στόχο το Ιράν και τη σύμμαχό του Συρία. Συνέπεια αυτών των ενεργειών ήταν η ενίσχυση των σουνιτικών εξτρεμιστικών ομάδων που ασπάζονται ένα στρατιωτικό όραμα του Ισλάμ και είναι εχθρικές στην Αμερική και φιλικές προς την Αλ Κάιντα.

Ένα αντιφατικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι ότι, στο Ιράκ, το μεγαλύτερο μέρος της αντίστασης ενάντια στον αμερικανικό στρατό προέρχεται από σουνιτικές δυνάμεις και όχι από σιτικές. Αλλά κατά την οπτική της κυβέρνησης, η πιο έκδηλη –και αθέλητη- στρατηγική συνέπεια του πολέμου στο Ιράκ, είναι η ενδυνάμωση του Ιράν.

Αφότου η επανάσταση του 1979 έφερε μια θρησκευτική κυβέρνηση στην εξουσία, οι ΗΠΑ διέκοψαν σχέσεις με το Ιράν και καλλιέργησαν πιο στενές επαφές με τους ηγέτες των σουνιτικών αραβικών κρατών, όπως την Ιορδανία, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία. Αυτή η υπολογισμένη μεταστροφή έγινε πιο περίπλοκη μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ειδικά αναφορικά τους Σαουδάραβες. Η Αλ Κάιντα είναι σουνιτική και πολλά από τα όργανά της προέρχονται από εξτρεμιστικούς θρησκευτικούς κύκλους μέσα στη Σαουδική Αραβία. Πριν την εισβολή στο Ιράκ, το 2003, αξιωματούχοι της κυβέρνησης, επηρεασμένοι από τη νεοσυντηρητική ιδεολογία, θεωρούσαν ότι μια σιτική κυβέρνηση εκεί θα μπορούσε να παράσχει μια φιλοαμερικανική ισορροπία απέναντι στους σουνίτες εξτρεμιστές, από τη στιγμή που η σιτική πλειοψηφία του Ιράκ καταπιέζονταν υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν. Αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των μυστικών υπηρεσιών σχετικά με τους δεσμούς των ιρακινών σιτών ηγετών με το Ιράν, όπου ορισμένοι είχαν ζήσει εξόριστοι αρκετά χρόνια. Τώρα, δυστυχώς για το Λευκό Οίκο, το Ιράν έχει σφυρηλατήσει στενή σχέση με την κυριαρχούμενη από τους Σίτες κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι.

Η νέα αμερικανική πολιτική, σε γενικές γραμμές, έχει συζητηθεί δημόσια. Σε αναφορά της προς την Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας τον Ιανουάριο, η υπουργός Εξωτερικών Κοντολίζα Ράις δήλωσε ότι υπάρχει «μια νέα στρατηγική συμμαχία στη Μέση Ανατολή», διαχωρίζοντας τους «αναθεωρητές» και τους «εξτρεμιστές», ξεχώρισε τα σουνιτικά κράτη ως κέντρα της μετριοπάθειας και είπε ότι το Ιράν, η Συρία και η Χεζμπολάχ ήταν «από την άλλη πλευρά αυτής της διαίρεσης». (Η σουνιτική πλειοψηφία της Συρίας κυριαρχείται από τη σέκτα Αλάουι). Το Ιράν και η Συρία, είπε, «έκαναν την επιλογή τους και η επιλογή τους είναι η αποσταθεροποίηση».

Οι κύριοι παράγοντες πίσω από την αναδιάταξη είναι ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Έλιοτ Άμπραμς, ο πρέσβης στο Ιράκ (και υποψήφιος για πρέσβης στα Ηνωμένα Έθνη) Ζαλμάι Καλιζάντ, και ο πρίγκηπας Μπάνταρ μπιν Σουλτάν, ο Σαουδάραβας σύμβουλος εθνικής ασφάλειας.

Η πολιτική μεταστροφή έφερε τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ σ’ έναν νέο στρατηγικό εναγκαλισμό, κυρίως επειδή και οι δύο χώρες βλέπουν το Ιράν ως εχθρό για την ύπαρξή τους. Συμμετείχαν σε απευθείας συνομιλίες, και οι Σαουδάραβες, που πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη σταθερότητα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη θα μειώσει την επιρροή του Ιράν στην περιοχή, ενεπλάκησαν περισσότερο στις Αραβο-Ισραηλινές διαπραγματεύσεις.

«Φαίνεται ότι υπήρξε διχασμός μέσα στην κυβέρνηση σχετικά με το ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος – το Ιράν ή οι σουνίτες ριζοσπάστες», είπε ο Βάλι Νασρ, πρεσβύτερο μέλος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, που έχει γράψει εκτενώς για τους Σίτες, το Ιράν και το Ιράκ.

Ο Μάρτιν Ίντικ, αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κλίντον, που επιτέλεσε και πρέσβης στο Ισραήλ είπε ότι «η Μέση Ανατολή οδεύει σε έναν σοβαρό Σουνιτικό-Σιτικό Ψυχρό Πόλεμο». Και πρόσθεσε ότι κατά τη γνώμη του δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Λευκός Οίκος είχε πλήρη επίγνωση των στρατηγικών συνεπειών της νέας του πολιτικής. «Ο Λευκός Οίκος δεν διπλασιάζει απλώς το στοίχημα στο Ιράκ», είπε, «διπλασιάζει το στοίχημα σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτό θα μπορούσε να καταστεί εξαιρετικά περίπλοκο. Όλα έχουν έρθει τα πάνω κάτω».

Ιράκ

Η νέα στρατηγική της κυβέρνησης για τον περιορισμό του Ιράν φαίνεται να περιπλέκει τη στρατηγική της για τη νίκη του πολέμου στο Ιράκ. Ο Πάτρικ Κλόσον, αναλυτής του Ιράν και αναπληρωτής διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο της Ουάσιγκτον για την Πολιτική στην Εγγύς Ανατολή, είπε ωστόσο ότι πιο στενοί δεσμοί ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους μετριοπαθείς, ή ακόμα και ριζοσπάστες Σουνίτες θα μπορούσαν να «φοβίσουν» την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαλίκι και «να τον κάνουν να ανησυχεί ότι οι Σουνίτες θα μπορούσαν ενδεχομένως πράγματι να νικήσουν» τον εμφύλιο εκεί. Ο Κλόσον είπε ότι αυτό ενδεχομένως ωθήσει τον Μαλίκι να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για την καταστολή των ριζοσπαστικών σιτικών πολιτοφυλακών, όπως το Στρατό Μαχντί του Μοκτάντα αλ-Σαντρ. Ένα περσινό μνημόνιο συνιστούσε την προσπάθεια απόσπασης του Μαλίκι από τους πιο ριζοσπάστες σίτες συμμάχους του, οικοδομώντας τη βάση του ανάμεσα στους μετριοπαθείς Σουνίτες και τους Κούρδους, αλλά μέχρι στιγμής συμβαίνει το αντίστροφο και η δύναμη των σιτικών πολιτοφυλακών ολόενα αυξάνεται.

Σαουδική Αραβία

Οι Σαουδάραβες φοβούνται ότι το Ιράν ενδεχόμενως διαταρράξει την ισορροπία όχι μόνο στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας τους. Η Σαουδική Αραβία έχει μια σημαντική σιτική μειονότητα στην Ανατολική Επαρχία, μια περιοχή με πολλά πετρέλαια και σεκταριστικές εντάσεις. Ο φόβος αυτός εντείνεται επειδή «σήμερα ο μοναδικός στρατός που ήταν ικανός να περιορίσει το Ιράν –ο ιρακινός στρατός- καταστράφηκε από τις ΗΠΑ».

Οι Σαουδάραβες έχουν υπολογίσιμα οικονομικά μέσα και στενές σχέσεις με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τους Σαλαφίτες (Σουνίτες εξτρεμιστές που θεωρούν τους Σίτες αποστάτες). «Την προηγούμενη φορά που το Ιράν αποτέλεσε απειλή, οι Σαουδάραβες μπόρεσαν να κινητοποιήσουν το χειρότερο είδος ισλαμιστών εξτρεμιστών». Η βασιλική οικογένεια είναι ταυτόχρονα χορηγός και στόχος σουνιτών εξτρεμιστών, που είναι εναντίον της διαφθοράς και της παρακμής των μυριάδων πριγκιπών της. Οι πρίγκιπες υπολογίζουν ότι δεν πρόκειται να τους ανατρέψουν με την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να στηρίζουν θρησκευτικά σχολεία και φιλανθρωπείες που συνδέονται με εξτρεμιστές. Η νέα πολιτική των ΗΠΑ στηρίζεται πολύ σ’ αυτό το αλισβερίσι.

Τη δεκαετία του ‘80-’90, η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας προσφέρθηκε να επιδοτήσει τον συγκαλυμένο της αμερικανικής CIA εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν. Εκατοντάδες νεαροί Σαουδάραβες στάλθηκαν στα σύνορα με το Πακιστάν, όπου εγκαθιδρύθηκαν θρησκευτικές σχολές, βάσεις εκπαίδευσης και κέντρα στρατολόγησης. Τότε, όπως και σήμερα, πολλά μέλη που πληρώνονταν με λεφτά από τη Σαουδική Αραβία ήταν Σαλαφίτες, μεταξύ αυτών και ο Οσάμα μπιν Λάντεν και οι συνεργάτες του που ίδρυσαν την Αλ Κάιντα το 1988.

Αυτή τη φορά, λέει αμερικανός αξιωματούχος το μήνυμα της Σαουδικής Αραβίας προς τις ΗΠΑ είναι το εξής: «Δημιουργήσαμε αυτό το κίνημα και μπορούμε να το ελέγξουμε. Δεν είναι πως δεν θέλουμε οι Σαλαφίτες να βάζουν βόμβες, είναι το σε ποιους θα τις βάζουν, στη Χεζμπολάχ, στον Μοκντάντα αλ Σαντρ, στο Ιράν και στους Σύριους, αν συνεχίσουν να συνεργάζονται με τη Χεζμπολάχ και το Ιράν».

Συρία

Η Συριακή Μουσουλμανική Αδελφότητα, παρακλάδι του ριζοσπαστικού σουνιτικού κινήματος που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928, πήρε το 1982 τον έλεγχο της πόλης Χάμα. Ο Άσαντ βομβάρδιζε την πόλη επί μία βδομάδα σκοτώνοντας, σύμφωνα με υπολογισμούς, από έξι έως είκοσι χιλιάδες ανθρώπους. Η ταυτότητα μέλους στην Αδελφότητα τιμωρείται στη Συρία με θάνατο. Ταυτόχρονα η Αδελφότητα είναι διακηρυγμένη εχθρός των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ωστόσο η αμερικανική πολιτική της «αναδιάταξης» στράφηκε σ’ αυτήν για να αποδυναμώσει τη Συρία. Σύμφωνα με πρώην αξιωματούχο της CIA «οι Αμερικανοί έχουν προσφέρει τόσο πολιτική όσο και οικονομική υποστήριξη. Οι Σαουδάραβες συνεισφέρουν παραπάνω οικονομικά, αλλά υπάρχει και αμερικανική εμπλοκή». Η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά δυσάρεστη στην αιγυπτιακή ηγεσία.

Λίβανος

Δεύτερος κατά σπουδαιότητα στόχος της σχέσης ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας μετά το Ιράν είναι ο Λίβανος. Οι Σαουδάραβες έχουν εμπλακεί στενά στις προσπάθειες των ΗΠΑ για στήριξη της, παράνομης, λιβανικής κυβέρνησης Σινιόρα.

Οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν ένα δις δολάρια βοήθειας στην κυβέρνηση Σινιόρα από το προηγούμενο καλοκαίρι. Τον Ιανουάριο, σύνοδος δωρητών στο Παρίσι υποσχέθηκε ακόμη 8 δις. Στο αμερικανικό «δώρο», περισσσότερα από δύο εκ. δολάρια προορίζονται για τη στρατιωτική βοήθεια και 40 για την εσωτερική ασφάλεια.

Αμερικανοί, ευρωπαίοι και άραβες αξιωματούχοι είπαν στον Χερς ότι η κυβέρνηση Σινιόρα και οι σύμμαχοί της επέτρεψαν κάποια από τη βοήθεια να φτάσει στα χέρια αναδυόμενων σουνιτικών ριζοσπαστικών ομάδων στον βόρειο Λίβανο, την κοιλάδα Μπεκά και γύρω από παλαιστινιακά στρατόπεδα προσφύγων στον νότο. Αυτές οι ομάδες, αν και μικρές θεωρούνται ως αντίβαρο της Χεζμπολάχ, οι ιδεολογικοί τους δεσμοί είναι με την Αλ Κάιντα.

Ο Άλαστερ Κουκ, που χρημάτισε περίπου τριάντα χρόνια στη βρετανική ΜΙ6 δήλωσε ότι μία σουνιτική εξτρεμιστική ομάδα, η Φατάχ αλ-Ισλάμ, είχε διασπαστεί από την αρχική φιλοσυριακή Φατάχ αλ-Ιντιφάντα, στον προσφυγικό καταυλισμό Ναχρ αλ-Μπάρεντ, στον βόρειο Λίβανο. Τότε τα μέλη της ήταν λιγότερα από διακόσια. «Μου είπαν ότι μέσα σε εικοσιτέσερεις ώρες τους πρόσφεραν όπλα και λεφτά άνθρωποι που εμφανίζονταν ως εκπρόσωποι των συμφερόντων της λιβανικής κυβέρνησης, προφανώς για να αντιπαρατεθούν στη Χεζμπολάχ».

Το 2005, σύμφωνα με αναφορά της Διεθνούς Ομάδας Κρίσεων με έδρα τις ΗΠΑ, ο Σαάντ Χαρίρι, ο σουνίτης ηγέτης της πλειοψηφίας του λιβανικού κοινοβουλίου και γιος του πρώην πρωθυπουργού –που κληρονόμησε πάνω από τέσσερα δις δολάρια μετά τη δολοφονία του πατέρα του- πλήρωσε 48 χιλιάδες δολάρια ως εγγύηση για τέσσερα μέλη μιας ένοπλης ισλαμικής ομάδας από το Ντινίγιε. Οι άντρες είχαν συλληφθεί ενώ προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα ισλαμικό μίνι-κράτος στον βόρειο Λίβανο. Η Ομάδα Κρίσεων σημειώνει ότι πολλοί «είχαν εκπαιδευτεί σε στρατόπεδα της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν». Ο Χαρίρι χρησιμοποίησε αργότερα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να αμνηστεύσει 22 ισλαμιστές του Ντινίγιε.

«Οποιαδήποτε αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας στον Λίβανο πρέπει να αποτραπεί από τις ΗΠΑ, και έχουμε το δικαίωμα να βοηθάμε κάθε μη σιτικό μόρφωμα για να εμποδίσουμε αυτή την αναδιανομή. Θα πρέπει να το λέμε αυτό δημόσια, αντί να μιλάμε για δημοκρατία», τάδε έφη Λέσλι Γκελμπ, πρώην πρόεδρος των Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.

Χασάν Νασράλα

Σύμφωνα με τον Χασάν Νασράλα, τον ηγέτη της σιτικής Χεζμπολάχ που είναι η πιο λαοφιλής πολιτική προσωπικότητα στον αραβικό κόσμο τόσο μεταξύ Σιτών όσο και Σουνιτών, οι ΗΠΑ υποδαυλίζουν εσκεμμένα τη fitna.

«Θέλουν το Ιράκ χωρισμένο σε τρία τμήματα, σεκταριστικά και εθνικά καθαρά, που θα προετοιμάσουν τον οριστικό διαμελισμό του. Μέσα σ’ ένα ή δύο το πολύ χρόνια, θα υπάρχουν καθαρές σουνιτικές περιοχές, καθαρές σιτικές και καθαρές κουρδικές. Το ίδιο θέλουν και για τον Λίβανο και τη Συρία. Στη Συρία το αποτέλεσμα θα ήταν χάος και εσωτερικές συγκρούσεις όπως στο Ιράκ. Στον Λίβανο θα υπάρχει ένα σουνιτικό κράτος, ένα Αλάουι, ένα χριστιανικό κι ένα κράτος Δρούζων, αλλά δεν ξέρω αν θα υπάρχει σιτικό κράτος».

Ο Νασράλα εικάζει, με επιφύλαξη, ότι ένας από τους στόχους των ισραηλινών βομβαρδισμών του περασμένου καλοκαιριού ήταν «η καταστροφή των σιτικών περιοχών και ο εκτοπισμός των Σιτών του Λιβάνου. Η ιδέα ήταν να καταφύγουν οι Σίτες του Λιβάνου και της Συρίας στο νότιο Ιράκ, όπου κυριαρχούν οι Σίτες».

Τα περισσότερα μέλη των μυστικών υπηρεσιών και της διπλωματίας αναγνωρίζουν τους δεσμούς της Χεζμπολάχ με το Ιράν, αλλά διαφωνούν για το βαθμό στον οποίο ο Νασράλα θα υποσκέλιζε τα συμφέροντα της Χεζμπολάχ προς χάριν εκείνων του Ιράν. Εξάλλου του επιφυλάσσουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στον Λίβανο. Ο Ρόμπερτ Μπάερ, πράκτορας της CIA στον Λίβανο και πρώην επικριτής της Χεζμπολάχ δήλωσε: «έχουμε τους σουνίτες Άραβες να ετοιμάζονται για κατακλυσμιαία σύγκρουση και θα χρειαστούμε κάποιον να προστατέψει τους Χριστιανούς στον Λίβανο. Παλιά ήταν οι Γάλλοι και οι ΗΠΑ που θα το ‘καναν και τώρα θα είναι ο Νασράλα και οι Σίτες».

Νέα Μέση Ανατολή

Η «αναδιάταξη» στοχεύει να αφήσει το Ισραήλ περιτριγυρισμένο από διαμελισμένα, εθνικά και θρησκευτικά καθαρά «μικρά ήσυχα κράτη» που συμφωνούν μεταξύ τους. Με άλλα λόγια το Ισραήλ θα είναι το πιο σημαντικό και ισχυρό κράτος στην περιοχή, αυτή είναι η νέα Μέση Ανατολή.

Πριν από είκοσι χρόνια η κυβέρνηση Ρήγκαν αποπειράθηκε να χρηματοδοτήσει παράνομα τους Κόντρας της Νικαράγουας με τη βοήθεια μυστικών πωλήσεων όπλων στο Ιράν. Στο σκάνδαλο που έγινε γνωστό με την ονομασία Ιράν-Κόντρας είχαν εμπλακεί Σαουδάραβες και ορισμένοι παράγοντες, όπως ο πρίγκηπας Μπαντάρ και ο Έλιοτ Άμπραμς, που εμπλέκονται και στις τωρινές διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή.

(Το γραφείο του Τσένι και ο Λευκός Οίκος αρνήθηκαν να σχολιάσουν το ρεπορτάζ του Χερς, το Πεντάγωνο δεν απάντησε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις αλλά ανακοίνωσε ότι «Οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να εμπλακούν σε πόλεμο με το Ιράν»).

Δεν υπάρχουν σχόλια: