Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2006

«Η οικονομία της Γάζας»

Πηγή: Ενημερωτικό Δελτίο 143 (02/10/2006) του Παλαιστινιακού Κέντρου Ενημέρωσης

Της Sara Roy*

Εισαγωγή: Σε μία από τις πολλές μελέτες και αναφορές σχετικά με την οικονομική ζωή στη Λωρίδα της Γάζας που διάβασα πρόσφατα, με συγκλόνισε μια περιγραφή ενός ηλικιωμένου άντρα που στεκόταν στην παραλία της Γάζας και πέταγε τα πορτοκάλια του στη θάλασσα. Η περιγραφή με τάραξε επειδή ήταν η ίδια ακριβώς σκηνή στην οποία είχα γίνει εγώ η ίδια μάρτυρας περίπου 21 χρόνια πριν στην πρώτη μου επίσκεψη στην περιοχή. Ήταν το καλοκαίρι του 1985 και είχα κάνει μια περιοδεία στη Γάζα με τη φίλη Alya. Καθώς οδηγούσαμε κατά μήκος του παραλιακού δρόμου είδα έναν ηλικιωμένο Παλαιστίνιο να στέκεται στην ακτή με μερικά κασόνια πορτοκάλια δίπλα του. Μπερδεύτηκα με την εικόνα αυτή και ζήτησα από την Alya να σταματήσει το αυτοκίνητο. Ένα-ένα ο ηλικιωμένος Παλαιστίνιος έπαιρνε τα πορτοκάλια και τα πέταγε στο νερό. Οι κινήσεις του δεν ήταν παιχνιδιάρικες αλλά γεμάτες πόνο και θλίψη. Οι κινήσεις του ήταν αργές και βασανιστικές σαν το βάρος του κάθε πορτοκαλιού να ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει. Ρώτησα τη φίλη μου γιατί το έκανε αυτό και μου εξήγησε ότι του είχαν απαγορεύσει να εξάγει τα πορτοκάλια του στο Ισραήλ και αντί να τα βλέπει να σαπίζουν στους πορτοκαλεώνες, ο γέροντας προτίμησε να τα πετάξει στη θάλασσα. Δεν ξέχασα ποτέ αυτή τη σκηνή και την επίδραση που είχε πάνω μου.

Πολιτική και Οικονομία

Παραπάνω από δύο δεκαετίες αργότερα, μετά τις ειρηνευτικές συμφωνίες, τα οικονομικά πρωτόκολλα, τους οδικούς χάρτες και τις αποχωρήσεις, οι κάτοικοι της Γάζας πετούν ακόμη τα πορτοκάλια τους στη θάλασσα. Ωστόσο η Γάζα δεν βρίσκεται πια εκεί που την άφησα πριν από τόσα χρόνια, αλλά σε σημείο πολύ χειρότερο και πιο επικίνδυνο. Ένα χρόνο μετά την «αποχώρηση» του 2005 του Ισραήλ από τη Λωρίδα, η οποία χαιρετίστηκε από τον πρόεδρο Μπους ως μεγάλη ευκαιρία για «τον Παλαιστινιακό λαό να οικοδομήσει μια μοντέρνα οικονομία που θα βγάλει εκατομμύρια από τη φτώχεια (και ) θα δημιουργήσει τους θεσμούς και τις συνήθειες της ελευθερίας», «ένα Ντουμπάι στη Μεσόγειο» σύμφωνα με τον Τόμας Φρίντμαν, η Γάζα βιώνει δριμύτατη και εξουθενωτική οικονομική κατάρρευση που σημειώνει επίπεδα φτώχειας, ανεργίας και έλλειψης εμπορικής δραστηριότητας χωρίς προηγούμενο καθώς και κοινωνική εξαχρείωση ιδιαίτερα σ την παροχή υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης.

Η αισιοδοξία που περιέβαλε την αποχώρηση αντανακλώνταν επίσης στο σχέδιο της Παλαιστινιακής Αρχής για αναγέννηση της οικονομίας της Γάζας γνωστό με τον τίτλο Στρατηγική Οικονομικής Ανάπτυξης της Λωρίδας της Γάζας, που δημοσιεύτηκε λίγο μετά την ολοκλήρωση της αποχώρησης. Αυτό το κείμενο, λιγότερο αναπτυξιακό σχέδιο και περισσότερο άρθρωση στόχων, συμπεριλάμβανε στους πρωταρχικούς στόχους την «επίτευξη σταθερότητας, γειτονίας και ελέγχου των εδαφών για την υποστήριξη της παλαιστινιακής οικονομίας» και «υιοθέτηση αποτελεσματικών οικονομικών πολιτικών ώστε να γίνει δυνατή η αποκατάσταση της παλαιστινιακής οικονομίας και να πετύχει εκτενή ανάπτυξη».

Περιττό να λεχθεί ότι η Αρχή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει τους στόχους της δεδομένων των δεινών που επιβλήθηκαν. Εντούτοις είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ακόμη και εν μέσω έλλειψης φραγμών και αυτοσυγκράτησης, ο ορθολογικός σχεδιασμός του τύπου που περιγράφηκε στο σχέδιο της Αρχής είναι απλά μάταιος μέσα σ’ ένα περιβάλλον που είναι το ίδιο τόσο παράλογο, χαρακτηριστικό δείγμα οξείας ευμεταβλητότητας, τρωτότητας και εξάρτησης, τα οποία απορρέουν ακριβώς από τη συνεχιζόμενη και αμετάβλητη κατοχή. Αυτό δεν είναι ένα καινούργιο πρόβλημα, αλλά ένα παλαιό το οποίο απαιτεί μια νέα προσέγγιση που να λέει ότι όσο το πολιτικό περιβάλλον παραμένει αμετάβλητο (ή χειροτερεύει), η οικονομική ανάπτυξη είναι καταδικασμένη και ο οικονομικός σχεδιασμός θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περιοχές λιγότερο ευάλωτες σε εξωτερικές πιέσεις (π.χ. εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, ανάπτυξη θεσμών). Διαφορετικά ο σχεδιασμός δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από μια θεωρητικά και ολοένα πιο αφηρημένη άσκηση που υπόσχεται λίγα αν όχι μηδενικά ουσιαστικά αποτελέσματα. Στο πλαίσιο αυτό η διεθνής βοήθεια μπορεί να διαδραματίσει εξαιρετικά ουσιώδη ρόλο βοηθώντας το λαό να επιβιώσει αλλά με λίγη, αν όχι μηδενική, δομική επίδραση στην οικονομία.

Η εξαθλίωση της οικονομίας της Γάζας δεν είναι τυχαία αλλά εσκεμμένη, το αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων περιοριστικών ισραηλινών πολιτικών (κυρίως του αποκλεισμού), ιδιαίτερα από την έναρξη της σημερινής εξέγερσης πριν από έξι χρόνια και πιο πρόσφατα με το εμπάργκο της διεθνούς βοήθειας που επιβλήθηκε στους Παλαιστινίους μετά την εκλογή και την εγκαθίδρυση της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Χαμάς νωρίτερα φέτος. Ωστόσο, αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στην οικονομία της Γάζας, για παράδειγμα, την παραμονή της εξέγερσης για να συνειδητοποιήσει ότι η καταστροφή δεν είναι πρόσφατη. Μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε η δεύτερη Ιντιφάντα, η πολιτική αποκλεισμού του Ισραήλ ήταν σε ισχύ ήδη εφτά χρόνια οδηγώντας σε μέχρι πρότινος πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας και φτώχειας (τα οποία σύντομα θα ξεπερνιούνταν). Εντούτοις η πολιτική αποκλεισμού αποδείχθηκε τόσο καταστροφική μόνο επειδή τα 30 χρόνια διαδικασίας ενσωμάτωσης της οικονομίας της Γάζας σε εκείνην του Ισραήλ είχαν κάνει την τοπική οικονομία βαθιά εξαρτημένη. Ως αποτέλεσμα, όταν τα σύνορα έκλεισαν το 1993, η αυτοσυντήρηση δεν ήταν πλέον εφικτή, απλώς δεν υπήρχαν τα μέσα. Δεκαετίες απαλλοτριώσεων και διάλυσης των θεσμών είχαν εδώ και πολύ καιρό κλέψει από τους Παλαιστινίους τη δυνατότητά τους για ανάπτυξη, διασφαλίζοντας ότι καμία βιώσιμη οικονομική (και επομένως πολιτική) δομή δεν μπορούσε να αναδυθεί.

Διεθνείς Δομές: Πραγματικότητα και Προβλέψεις

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι Παλαιστίνιοι διανύουν σήμερα τη χειρότερη οικονομική ύφεση στη νεώτερη ιστορία. Η επαίσχυντη επιβολή διεθνών κυρώσεων είχε καταστρεπτικές συνέπειες σε μια ήδη βαθιά κλυδωνιζόμενη οικονομία δεδομένης της εξωτερικής της εξάρτησης. Για παράδειγμα, η Παλαιστινιακή Αρχή είναι βαθιά εξαρτημένη από δύο πηγές εισοδήματος. Η πρώτη είναι το ετήσιο πακέτο βοήθειας από τους Δυτικούς δωρητές ύψους περίπου 1 δις δολ. το χρόνο (το 2005 σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα οι δωρητές κατέβαλαν 1,3 δις δολ. σε ανθρωπιστική και έκτακτη (500 εκ./38%), αναπτυξιακή (450 εκ./35%) και του προϋπολογισμού (350 εκ./27%) βοήθεια, μεγάλο μέρος της οποίας έχει τώρα ανασταλεί.

Η δεύτερη είναι μια μηνιαία απόδοση από το Ισραήλ 55 εκ. δολ. από δασμούς και φόρους που συγκεντρώνει για την ΠΑ, μια πηγή εσόδων που είναι απολύτως αναγκαία στον παλαιστινιακό προϋπολογισμό και ολοκληρωτικά παγωμένη. Για την ακρίβεια το Ισραήλ κατακρατά τώρα σχεδόν μισό δις δολάρια από τα παλαιστινιακά έσοδα τα οποία η Γάζα χρειάζεται απεγνωσμένα.

Η συνδυασμένη επιρροή των περιορισμών, ειδικά του σχεδόν αδιάκοπου αποκλεισμού και του συνεχιζόμενου οικονομικού μποϊκοτάζ, έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας που πλησιάζουν σήμερα το 40% στη Γάζα (λιγότερο από 12% ήταν το 1999). Στην πραγματικότητα οι παλαιστίνιοι εργαζόμενοι από τη Γάζα αποκλείστηκαν από τις 12 Μαρτίου 2006 από το Ισραήλ, την πρωταρχική αγορά της Γάζας και όλα τα σημεία εισόδου και εξόδου σφραγίστηκαν από τις 25 Ιουνίου του 2006, όταν ξεκίνησε η τωρινή στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα. Τα επόμενα πέντε χρόνια, επιπλέον, 135.000 νέες εργασιακές θέσεις θα είναι αναγκαίες απλά για να διατηρηθεί η ανεργία στο 10%. Τα επίπεδα εμπορικών συναλλαγών ομοίως επηρεάστηκαν. Μέχρι το Μάιο του 2006 για παράδειγμα το συνοριακό πέρασμα του Κάρνι, μέσω του οποίου οι εμπορικές προμήθειες εισέρχονται στη Γάζα, ήταν κλειστό το 47% του έτους με καταγραμμένες καθημερινές απώλειες της τάξης των 500 με 600 χιλιάδων δολαρίων. Συμψηφισμένες είναι και οι αγροτικές απώλειες που αντιστοιχούν σε καταγεγραμμένο 1,2 δις δολ. και για τη Γάζα και για τη Δυτική Όχθη τα τελευταία έξι χρόνια.

Από τον Απρίλιο του 2006, το 79% των νοικοκυριών της Γάζας ζούσαν σε καθεστώς φτώχειας (συγκριτικά με λιγότερο από 30% το 2000), ένα νούμερο που πιθανότατα θα έχει αυξηθεί, πολλοί πεινάνε. Επιπλέον στη Γάζα, η πρόσθεση ενός επιπλέον εξαρτημένου μέλους στην οικογένεια μεγαλώνει την πιθανότητα το νοικοκυριό να βυθιστεί στη φτώχεια κατά 3,5%. Το βάρος της εξάρτησης στη Γάζα είναι το δεύτερο μετά από αυτό της Αφρικής. Συνεπώς ο αριθμός των ενηλίκων που εργάζονται σε ένα νοικοκυριό είναι ισχυρός παράγοντας για τον κατευνασμό της φτώχειας. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι που ζουν στη Γάζα έχουν 23% περισσότερες πιθανότητες να είναι φτωχοί απ’ ότι οι άνθρωποι που ζουν στη Δυτική Όχθη.

Τα Ηνωμένα Έθνη αυτή τη στιγμή συντηρούν περίπου 830.000 από τον πληθυσμό του 1,4 εκατομμυρίου της Γάζας (ή 59% του συνολικού πληθυσμού που θα πείναγαν χωρίς τη βοήθεια των ΗΕ), από τους οποίους 100.000 προστέθηκαν από το φετινό Μάρτιο. Η UNRWA στηρίζει κυρίως 610.000 ανθρώπους (όλοι πρόσφυγες) και το Πρόγραμμα World Food στηρίζει 220.000 (60.000 προστέθηκαν μόνο το Σεπτέμβριο του 2006) μη πρόσφυγες. Στους τελευταίες συμπεριλαμβάνονται 136.000 «χρόνια φτωχοί» που πριν λάμβαναν κοινωνική πρόνοια από την ΠΑ.

Εντείνοντας την κοινωνικοοικονομική παρακμή της Γάζας ήρθε η επίθεση του Ισραήλ στο μοναδικό ηλεκτρικό εργοστάσιο της Γάζας τον περασμένο Ιούνιο. Το εργοστάσιο, που καταστράφηκε, προμήθευε το 45% του ηλεκτρισμού στη Λωρίδα της Γάζας. Οι διακοπές στην ηλεκτροδότηση ήταν εξαιρετικά ζημιογόνες για το χώρο της υγείας, των τροφίμων και υδάτινων προμηθειών, και για τη λειτουργία του αποχετευτικού δικτύου μεταξύ άλλων. Πρόσφατα η ισραηλινή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Btselem ανακοίνωσε ότι η επίθεση στο εργοστάσιο συνιστά έγκλημα πολέμου σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο από τη στιγμή που στράφηκε εναντίον αστικού πληθυσμού.

Επιπλέον, από τη στιγμή της στρατιωτικής εισβολής του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, γνωστή με τον τίτλο «Επιχείρηση Καλοκαιρινές Βροχές», 237 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (382 από τον Ιανουάριο του 2006 και 2.137 από το Σεπτέμβριο του 2000, η πλειονότητα αυτών πολίτες) και 821 τραυματίστηκαν. Ο ισραηλινός στρατός έχει επίσης εξαπολύσει τουλάχιστον 260 πυραύλους από αέρος και εκατοντάδες πυρά πυροβολικού κυρίως εναντίον αστικών στόχων, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται κυβερνητικά κτίρια και εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεκάδες ιδιωτικά σπίτια, έξι γέφυρες και δρόμοι και εκατοντάδες εκτάρια αγροτικής γης, τα οποία καταστράφηκαν. (Σημείωση: Μεταξύ 29 Μαρτίου και 27 Ιουνίου 2006, το Ισραήλ εξαπέλυσε 112 αεροπορικές επιθέσεις, 4.251 όλμους πυροβολικού και πέντε ναυτικούς σκοτώνοντας 94 κατοίκους της Γάζας μεταξύ των οποίων 35 πολίτες).

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, το 2007, απούσας οιασδήποτε ουσιαστικής βελτίωσης, η παλαιστινιακή οικονομία συνολικά θα είναι κατά 35% πιο περιορισμένη απ’ ότι ήταν το 2005, πέφτοντας στα επίπεδα του 1991 και πάνω από το μισό εργατικό δυναμικό θα είναι άνεργο. Τα ΗΕ πρόσφατα εξέδωσαν προβλέψεις για τις επιπτώσεις της μειωμένης διεθνούς βοήθειας στην παλαιστινιακή οικονομία. Χρησιμοποιώντας το 2005 ως βάση σύγκρισης, οι προβλέψεις υπολογίζουν μία κατά 30-35% μείωση της βοήθειας (και μαζί της δημοσίων δαπανών), μια κατά 50-100% αύξηση στους περιορισμούς του εμπορίου, και μία κατά 10-20% αύξηση στους περιορισμούς στην εργασία που εισρέει στο Ισραήλ. Σύμφωνα με το χειρότερο σενάριο, το οποίο δεν είναι απίθανο, οι απώλειες στο ΑΕΠ μεταξύ 2006 και 2008 θα μπορούσαν να φτάσουν τα 5,4 δις δολ. που υπερβαίνουν το παλαιστινιακό ΑΕΠ του 2005. Το 84% των θέσεων εργασίας που θα ήταν διαθέσιμες το 2005 ενδέχεται να χαθούν. Ακόμη και στην περίπτωση ενός ευνοϊκότερου σεναρίου, γράφει η Raja Khalidi, οικονομολόγος της UNCTAD «η παλαιστινιακή οικονομία θα βυθιστεί σε επίπεδα άγνωστα εδώ και μία γενιά».

Ο Πληθυσμιακός Παράγοντας

Το πρόβλημα της Γάζας δεν είναι μόνο εκείνο της κατοχής αλλά και το πληθυσμιακό και αυτό είναι ζωτικό για την κατανόηση της κατάστασης. Σήμερα, υπάρχουν περισσότεροι από 1,4 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι που ζουν στη Λωρίδα της Γάζας: μέχρι το 2010 ο αριθμός θα πλησιάζει τα δύο εκατομμύρια. Η Γάζα έχει το υψηλότερο ποσοστό γεννήσεων στην περιοχή -5,5 με 6 παιδιά ανά γυναίκα- και ο πληθυσμός αυξάνεται κατά 3 με 5% ετησίως. Το 80% του πληθυσμού είναι νεώτερο των 50 ετών και το 50% είναι 15 ετών ή νεώτερο. Το μισό τμήμα της περιοχής όπου είναι συγκεντρωμένος ο πληθυσμός έχει μία από τις υψηλότερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις στον κόσμο. Μόνο στον προσφυγικό καταυλισμό Jabalya υπάρχουν 74.000 άνθρωποι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, συγκρινόμενοι με 25.000 στο Μανχάταν.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για το Πρόγραμμα 2010, με ετήσια αύξηση μεταξύ 3,45 και 3,5%, ο πληθυσμός της Γάζας των 1.330.000 ανθρώπων θα φτάσει τους 1.590.000 μέχρι το 2010 και τους 2.660.000 μέχρι το 2028, διπλασιάζοντας το σημερινό του μέγεθος. Μέχρι το 2010, ο ενήλικος πληθυσμός, συγκριτικά με τη νεολαία, θα αυξηθεί κατά 24%, προσθέτοντας μεγαλύτερη πίεση στις αγορές εργασίας και κατοικίας. Εάν αυξανόμενο ποσοστό ανθρώπων δεν μπορεί να διασφαλίσει εργασία ή κατοικία, και τα δύο από τα οποία είναι κομβικά για το γάμο και την οικογενειακή δομή, το προκληθέν και διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση θα οδηγήσει σε περισσότερη βία και μαζί με αυτήν στη συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Επομένως οι πληθυσμιακές τάσεις θα είναι καθοριστικός παράγοντας για την κοινωνικοοικονομική ευημερία, ή την απουσία της από τη Λωρίδα της Γάζας. Και ακόμη και με μια άμεση ύφεση στο ρυθμό γεννήσεων, ο νεαρός πληθυσμός της Γάζας θα αυξηθεί τουλάχιστον κατά μία γενιά (λόγω του μεγέθους των επερχόμενων κοινωνικών ομάδων).

Ο συνδυασμός ενός αυξανόμενου πληθυσμού και η μεταστροφή της ηλικιακής δομής ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, ειδικά στην εκπαίδευση και την υγεία. Στην εκπαίδευση για παράδειγμα, μόνο η πληθυσμιακή αύξηση –χωρίς καμία βελτίωση στην ποιότητα των υπηρεσιών- θα απαιτήσει 1.517 περισσότερους δασκάλους και 984 νέες αίθουσες διδασκαλίας τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Εάν το εκπαιδευτικό σύστημα της Γάζας φτάσει στα πρότυπα λειτουργίας της Δυτικής Όχθης, χρειάζονται τουλάχιστον 7.500 επιπλέον καθηγητές και 4.700 νέες αίθουσες διδασκαλίας. Και αν η Λωρίδα της Γάζας διατηρήσει απλά τα σημερινά επίπεδα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας το 2010, θα χρειάζεται 425 επιπλέον γιατρούς, 520 επιπλέον νοσοκόμες και 465 νέες κλίνες.

Μια Οικονομική Πρόβλεψη

Η απορρέουσα ζημία –τόσο η τωρινή όσο και η μελλοντική- δεν μπορεί να αρθεί απλά «επιστρέφοντας τα εδάφη της Γάζας», απομακρύνοντας 9.000 ισραηλινούς έποικους και επιτρέποντας στους Παλαιστινίους την ελευθερία κινήσεων και το δικαίωμα να χτίζουν εργοστάσια μέσα σε μια διευρυμένη αλλά απομονωμένη και περικυκλωμένη Γάζα. Τα κυριότερα προβλήματα της Γάζας δεν μπορούν να επιλυθούν όταν ο ταχύτατα αυξανόμενος πληθυσμός της εγκλείεται μέσα σε μια φυσικά ορισμένη περιοχή περιορισμένων πόρων. Η πληθυσμιακή πυκνότητα δεν είναι απλά ένα πρόβλημα ανθρώπινο, αλλά και πρόσβασης σε πόρους, ιδιαίτερα τις αγορές εργασίας. Χωρίς εξωτερική πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και το δικαίωμα στη μετανάστευση, κάτι που στην πράξη αρνούνται το Σχέδιο Αποχώρησης από τη Γάζα και το σχέδιο ευθυγράμμισης του Ολμέρτ, η Λωρίδα θα παραμείνει μια φυλακή υπό οποιαδήποτε μορφή οικονομικής ανάπτυξης.

Πράγματι, το 2005 η διεθνής κοινότητα (μέσω της ειδικής συντονιστικής επιτροπής) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πιο σημαντικός παράγοντας στην παλαιστινιακή οικονομική ύφεση δεν είναι τα μειωμένα επίπεδα βοήθειας, αλλά οι περιορισμοί μετακίνησης και πρόσβαση και η αναστολή της μεταφοράς των εσόδων. Στην ουσία συμπέραναν ότι με τη συνεχιζόμενη απουσία πολιτικού συμβιβασμού (που θα επέτρεπε μεγαλύτερη μετακίνηση στο Ισραήλ και πιο μακριά) η διεθνής βοήθεια μπορεί να βοηθήσει τους Παλαιστινίους μόνο να επιβιώσουν και τίποτα παραπάνω. Ο επείγοντας χαρακτήρας των δεινών της Γάζας είναι σχετικός καθώς όπως γράφει η Raja Khalidi «ακόμη κι αν υποθέσουμε την πλήρη αποκατάσταση της υποστήριξης των δωρητών και τη χαλάρωση των περιορισμών στις μετακινήσεις μέχρι το 2008 το ΑΕΠ και οι απώλειες θέσεων εργασίας θα συνεχίσουν να σωρεύονται. Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή ύφεση θα έχει επιζήμιες, μακροχρόνιες συνέπειες στην οικονομία που θα διατηρηθούν ακόμα κι αν αρθούν αργότερα οι δυσμενείς συνθήκες».

Δρ. Sara Roy είναι Καθηγήτρια στο Κέντρο Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Η δρ. Roy εργάζεται στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη από το 1985 διενεργώντας μελέτες κυρίως σχετικά με την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη της Λωρίδας της Γάζας και με την αμερικανική βοήθεια στην περιοχή. Η δρ. Roy έχει γράψει εκτενώς για την παλαιστινιακή οικονομία, ιδιαίτερα στη Γάζα και έχει καταγράψει την ανάπτυξή της τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.

Αυτό το ενημερωτικό σημείωμα γράφτηκε αποκλειστικά για το Παλαιστινιακό Κέντρο. Το παραπάνω κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς άδεια, αλλά με την αναφορά του Παλαιστινιακού Κέντρου. Αυτό το σημείωμα δεν αντανακλά αναγκαία τις απόψεις του Ιδρύματος της Ιερουσαλήμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: